Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

"Ζώντας με Φωνές": Βιβλιοπαρουσίαση στο Αγρίνιο

Παρουσίαση του βιβλίου “Ζώντας με Φωνές” και συζήτηση

την εκδήλωση διοργανώνουν το Ελληνικό Δίκτυο "Ακούγοντας Φωνές"

με το Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγρινίου.



‘’Η εμπειρία των φωνών δεν αποτελεί πάντα ασθένεια.
Είναι μια απάντηση σε προβλήματα ζωής
’’


Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Εντευκτήριο ‘’Παλαιό Τρένο’’ του Δ. Αγρινίου
Το Σάββατο 14 Μαΐου 2016 και ώρα 11:00πμ

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί από τα μέλη του δικτύου “Ακούγοντας Φωνές” :
και θα ακολουθήσει συζήτηση




Πληροφορίες: Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγρινίου, Κέντρου 7, Τηλ. 2641022565


https://www.facebook.com/events/154508154950125/




Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

“Μολονότι η έρευνα έχει δείξει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που ακούνε φωνές δεν αναζητούν βοήθεια, οι ιστορίες αυτού του βιβλίου είναι από ανθρώπους που ακούνε φωνές και υπήρξαν (συχνά για μεγάλο διάστημα) ψυχιατρικοί ασθενείς. Φοβόντουσαν τις φωνές τους και, κυριευμένοι απ' αυτές, ένιωθαν αβοήθητοι. Η αποδοχή των φωνών υπήρξε συνεπώς ένα θαρραλέο και δύσκολο βήμα για αυτούς. Στις ιστορίες του βιβλίου θα βρείτε περιγραφές της διεργασίας με την οποία άνθρωποι που ακούνε φωνές, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο, κατάφεραν να πάρουν τον έλεγχο, να σταματήσουν να αγωνιούν και να μην κυριεύονται από αυτές. Το βιβλίο μιλάει επίσης για το πώς έμαθαν να αποδέχονται τις φωνές τους, να αλλάζουν τη σχέση μαζί τους και πώς άρχισαν να διαχειρίζονται τα προβλήματα της ζωής τους. Πέτυχαν χάρη στις δικές τους εσωτερικές δυνάμεις, χάρη στη θέληση και στις δυνατότητές τους, καθώς και με τη βοήθεια άλλων.

Από τις ιστορίες θα γίνει ξεκάθαρο ότι για κάθε άνθρωπο που ακούει φωνές η αποδοχή των φωνών και η συσχέτισή τους με τη ζωή του είναι ο μόνος δρόμος για ν' αναρρώσει από τη δυσφορία που αυτές προκαλούν. Η ενθάρρυνση των ανθρώπων ν' ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο είναι ο μόνος τρόπος να τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν τη δυσφορία τους. Καθίσταται επίσης σαφές ότι, αντί να εξαλειφθούν οι φωνές, είναι περισσότερο βοηθητικό ν' αλλάξει κανείς τη σχέση μαζί τους.

Στον άνθρωπο που ακούει φωνές θέλουμε να πούμε ότι, για να πάρει πίσω τη ζωή του, πρέπει να κάνει επιλογές, ότι χρειάζεται άλλους με τους οποίους να σχετιστεί και ότι πρέπει να χτίσει τον 'εαυτό' του πάλι. Για να σταματήσει να είναι θύμα και να γίνει νικητής, χρειάζεται επίσης ευκαιρίες και εκμάθηση σε πραγματικές καταστάσεις ζωής, μια διαδικασία που περιγράφεται ξεκάθαρα από τον Ron Coleman (1999) και από πολλούς άλλους σ' αυτό το βιβλίο."

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Η εικονική πραγματικότητα ως... θεραπεία για τις ψυχικές ασθένειες

από koutipandoras

H θεραπεία για τις ψυχικές ασθένειες μπορεί σύντομα να εμπλουτιστεί με τη βοήθεια της εικονικής πραγματικότητας.

Οι νέες τεχνολογίες θα δίνουν τη δυνατότητα στους γιατρούς να αντιμετωπίζουν ψυχικές ασθένειες όπως οι φοβίες, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού. Ορισμένες μέθοδοι θα περιλαμβάνουν τη χρήση ακουστικών, ενώ νεότερες τεχνικές θα μπορούν να μετασχηματίσουν ένα ολόκληρο δωμάτιο, με τέτοιο τρόπο ώστε οι ασθενείς να βλέπουν, να ακούν και να αισθάνονται σαν να βρίσκονται σε έναν διαφορετικό κόσμο.

Η εικονική θεραπεία θα χρησιμοποιεί ειδικά προγραμματισμένους υπολογιστές για να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον που μιμείται καταστάσεις της πραγματικής ζωής.

Η κεντρική ιδέα είναι ότι με την ελεγχόμενη έκθεση των ασθενών σε αυτό που τους δημιουργεί τις ψυχικές διαταραχές θα γίνονται πιο ανθεκτικοί απέναντι του. Στη συνέχεια, θα μπορούν να καθοδηγούνται και μέσω συμβατικών θεραπειών, όπως η ψυχοθεραπεία, για να αναπτύξουν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης του προβλήματος.

Η έκθεση των ασθενών στους "κινδύνους" είναι κομμάτι θεραπείας για μία σειρά ψυχικών διαταραχών όπως οι φοβίες. Με την εικονική πραγματικότητα, ο θεραπευτής θα μπορεί να ελέγξει καλύτερα τα συμπτώματα που προκαλεί στον ασθενή η έκθεση σε κάτι που φοβάται.

Για παράδειγμα, εάν κάποιος τρέμει τα περιστέρια, η έκθεση μέσω της εικόνας, ενδέχεται να βοηθήσει τους θεραπευτές να αντιληφθούν καλύτερα τα συναισθήματά του πάσχοντα και να τον βοηθήσουν να ενισχύσει την άμυνά του.

Και επειδή η εικονική πραγματικότητα δεν είναι.. πραγματική (οι ασθενείς το γνωρίζουν αυτό), είναι πιο δύσκολο να αναπτύξουν έντονες κρίσεις πανικού κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Ερευνητές από το University College του Λονδίνου πραγματοποίησαν έρευνες για να βελτιώσουν τη θεραπεία για τους ασθενείς με κατάθλιψη. Η χρήση μέσων εικονικής πραγματικότητας, φάνηκε να δημιουργεί θετικά αποτελέσματα σε αρκετούς από αυτούς.

Η εικονική πραγματικότητα μπορεί να αποσπάσει επίσης τον ασθενή από τον πραγματικό έντονο πόνο, ακόμα και να βοηθήσει μέσω κάποιων τεστ στη διάγνωση αρκετών ασθενειών όπως το Αλτσχάιμερ, αλλά και το γλαύκωμα.

Η χρήση ωστόσο αυτών των τρόπων θεραπείας οφείλει να είναι ελεγχόμενη, εξαιτίας προβλημάτων που μπορεί να δημιουργηθούν στην όραση ή τον εγκέφαλο.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

ΠΑΡΩΔΙΑ «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ» ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

από  Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία

Υστερα από 15 μηνών παραλυτικής απραξίας στο χώρο της Ψυχικής Υγείας και ενώ το όλο σύστημα των υπηρεσιών βρίσκεται σε μια πορεία επιταχυνόμενης κατάρρευσης, η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έδωσε στη δημοσιότητα μια πρώτη νομοθετική απόπειρα (πιο πολύ, πυροτέχνημα) με το νομοσχέδιο για την «Μεταρρύθμιση της Διοικητικής Οργάνωσης των Υπηρεσιών  Ψυχικής Υγείας».

Τη στιγμή που η αποψίλωση όλων των μονάδων από προσωπικό (με αποτέλεσμα την εκτός ορίων κόπωση του ελάχιστου εναπομείναντος προσωπικού) και η δραστική περικοπή των προϋπολογισμών, σε αλληλεπίδραση με την μηδέποτε αμφισβητηθείσα κατασταλτική ψυχιατρική (της πληθώρας των ακούσιων εγκλεισμών, των μηχανικών καθηλώσεων, των απομονώσεων, του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου), οδήγησε σε διαδοχικά τραγικά επεισόδια (μεταξύ άλλων, στα γνωστά περιστατικά που συνέβησαν στο ΨΝΑ/Δαφνί), η ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου παρουσιάζει ένα νομοσχέδιο που, αφήνοντας άθικτη την υπάρχουσα κατάσταση, αποσκοπεί, απλώς, σε μια «συγκεντρωτικά ελεγχόμενη ‘αποκέντρωση’ των υπηρεσιών», τελείως ξεκομμένη από την υπάρχουσα πραγματικότητα και χωρίς καμιάν αναφορά σε αυτήν. Με μόνες, επί του πρακτέου, αρμοδιότητες, προς χρήση πιθανώς στο προσεχές μέλλον, αυτές που βοηθούν στην άσκηση πολιτικών δημοσιονομικής περιστολής, καθώς οι Περιφέρειες, στην αρμοδιότητα των οποίων προβλέπεται να περιέλθουν οι όποιες υπάρχουσες υπηρεσίες, αναφέρεται ρητά ότι, εκτός από σύσταση υπηρεσιών, θα μπορούν να αποφασίζουν για «την μείωση, την συγχώνευση, την μετακίνηση προσωπικού, με απόσπαση ή μετάταξη».

Το νομοσχέδιο περιορίζεται στην κατάργηση των Τομεακών Επιτροπών του ν. 2716/99 (αυτών που θα συντόνιζαν την λειτουργία των Τομέων Ψυχικής Υγείας-ΤΟΨΥ - αν υπήρχαν) και στην συγκρότηση νέων με διαφορετική σύνθεση, οι οποίες θα υπάγονται στις νεοδημιουργούμενες σχετικές επιτροπές σε επίπεδο Περιφέρειας (και αυτές, εν συνεχεία, θα έχουν σημείο αναφοράς το Υπουργείο Υγείας). Μια απλή, δηλαδή, διοικητική αναδιοργάνωση που ουδόλως αγγίζει τον τρόπο λειτουργίας του κυρίαρχου συστήματος, την κουλτούρα και την πρακτική του. Μιλά για Τομεακές Επιτροπές χωρίς, ύστερα από 30 χρόνια υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης», να τολμά να προχωρήσει στην οργάνωση και έμπρακτη εφαρμογή και λειτουργία της Τομεοποίησης, δηλαδή, της δημιουργίας του «ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών» (εναλλακτικών στον εγκλεισμό και με άξονα το Κέντρο Ψυχικής Υγείας), που θα έχει την ευθύνη για απάντηση στο σύνολο των αναγκών ψυχικής υγείας του πληθυσμού μιας συγκεκριμένης περιοχής (όχι μεγαλύτερης από 100.00 κατοίκους). Χωρίς την λειτουργία των υπηρεσιών στη βάση του «Τομέα ευθύνης», οι Τομεακές Επιτροπές δεν έχουν νόημα ύπαρξης, ακριβώς γιατί δουλειά τους θα ήταν να συντονίζουν και να οργανώνουν την τομεοποιημένη δικτύωση των υπηρεσιών - κάτι, δηλαδή, που πρακτικά θα έπρεπε να υπάρχει και να λειτουργεί, αλλά ποτέ δεν υπήρξε. Στις επιτροπές αυτές, οι «λήπτες των υπηρεσιών» και οι σύλλογοι των οικογενειών προβλέπεται να έχουν έναν, όπως πάντα, υποτυπώδη και καθαρά διακοσμητικό ρόλο

Στο νομοσχέδιο, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) αναφέρεται ως μονάδα πρωτοβάθμιας φροντίδας, πράγμα που αναδεικνύει μια θεμελιακή άγνοια από τους εν λόγω νομοθέτες ως προς τη φύση, τον ρόλο και την λειτουργία του ΚΨΥ, που παρέχει πρόληψη και φροντίδα και στα τρία επίπεδα, πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και
τριτοβάθμιο.

Μια άλλη πτυχή του «εγχειρήματος» είναι ότι, με τη σύνθεση που προβλέπεται στις διάφορες επιτροπές και με δεδομένη την κατάσταση που υπάρχει στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας - με την δομική απροθυμία των στελεχών του δημοσίου να ασχολούνται με επιτροπές, είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος για το (υποτιθέμενο) αντικείμενό τους, είτε και γιατί, ούτως ή άλλως, δεν έχουν νόημα ύπαρξης ως μη έχουσες υλικό αντικείμενο - ενδέχεται, σε πολλές περιπτώσεις, τον έλεγχο της λειτουργίας των επιτροπών να τον ασκούν εκπρόσωποι των ΜΚΟ.

Η περιφεριοποίηση, η αποκέντρωση του όλου συστήματος, θα είχε νόημα αν υπήρχε σύστημα και μάλιστα κοινοτικά βασισμένο, με κοινοτικά προσανατολισμένη  κουλτούρα και πρακτική. Με την κυρίαρχη κουλτούρα και πρακτική και με απογυμνωμένη τη χώρα από τις όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το να ξεκινάει κανείς ανάποδα, δηλαδή, από το «διοικητικό» (ανεξάρτητα από την, ούτως ή άλλως, χαμηλή ποιότητα του εν λόγω διοικητικού σχεδιασμού) και όχι από το είδος της ψυχιατρικής που ασκείται, δεν κάνει άλλο από το να αντιγράφει και στα καθ΄ ημάς τις νεοφιλελεύθερες λογικές της απονοσοκομειοποίησης. Η ανάληψη, πχ, των ΚΨΥ από τους Δήμους, αυτούς τους χρεωκοπημένους Δήμους, που έχουν  κλείσει όλες, τις όποιες (ανέκαθεν υποτυπώδεις) κοινωνικές υπηρεσίες είχαν και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις λειτουργίες τους, σ΄ αυτούς τους Δήμους, ήδη από την προ μνηνονίου εποχή, υπήρχε άνωθεν σχεδιασμός να μεταφερθούν τα ΚΨΥ και οι κοινοτικές γενικά υπηρεσίες.  Οι σχεδιασμοί αυτοί, προφανώς, δεν εξέλειπαν.
Αυτό που εν τέλει εξυπηρετείται μ΄ αυτά τα «σχέδια επί χάρτου», είναι η δημιουργία, για παρουσίαση στις Βρυξέλλες, ενός περιτυλίγματος μιας (μη υπάρχουσας) ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα (και άλλοθι) για μια επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου Αντόρ-Λυκουρέντζου, η οποία θα συνίσταται σ΄ ένα πιο βαθμιαίο κλείσιμο των εναπομεινάντων ψυχιατρείων. Πιο «βαθμιαίο», ίσως, αλλά εξίσου βίαιο με το προ διετίας σχεδιαζόμενο, στο βαθμό που δεν υπάρχουν εναλλακτικές υπηρεσίες, αλλά και ούτε η πρόθεση να δημιουργηθούν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αλλαγή χρήσης ενός κτιρίου, αξίας 7.3 εκ. ευρώ, που χρηματοδοτήθηκε μέσω ΕΣΠΑ για την λειτουργία του ως ΚΨΥ από το ΨΝΑ και το οποίο χρησιμοποιείται, παράτυπα, για άλλους σκοπούς (μεταφορά σε αυτό των εξωτερικών ιατρείων του ΨΝΑ, καθώς και οικοτροφείων) προκειμένου να γίνει εξοικονόμηση των δαπανών από τα καταβαλλόμενα  ενοίκια.

Οι πραγματικές προθέσεις των κυβερνώντων φαίνονται, μεταξύ άλλων, και από το νόμο για την κάλυψη των ανασφάλιστων, που μεταχειρίζεται την συντριπτική πλειονότητα εξ΄ αυτών όπως τους ασφαλισμένους, οι οποίοι πληρώνουν μιαν όχι αμελητέα συμμετοχή στα φάρμακά τους, την οποία συχνά δεν αντέχουν, ενώ και οι ασθενείς με προνοιακή ασφάλιση, των οποίων έχει λήξει και πρέπει να ανανεωθεί η υγειονομική κάλυψη, και οι οποίοι πριν δεν πλήρωναν καθόλου για τα φάρμακά τους,  τώρα θα πρέπει, για τρεις τουλάχιστον μήνες, να πληρώνουν όπως οι ασφαλισμένοι, με απροσδιόριστο το μέλλον - αν, πχ, η τρόικα δώσει εντολή να καταργηθεί και γι΄ αυτούς  οριστικά η δωρεάν χορήγηση των φαρμάκων.
Απέναντι σ΄ αυτές τις πολιτικές εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων και των οικογενειών τους πρέπει να υπάρξει δυναμική κοινωνική αντίδραση και αντίσταση, για να μη περάσουν αυτά τα μέτρα και να διεκδικηθεί ένα εναλλακτικό και χειραφετικό σύστημα ψυχικής υγείας. Με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων και της υποκειμενικότητας των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία.

25/4/2016
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΜΕΟΠΟΙΗΣΗ Αρχές και διαδικασία για την άμεση και πρακτική εφαρμογή της

από  Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία

Το «άνοιγμα στην κοινότητα», αν πρόκειται να είναι ουσιαστικό και όχι απλή επίφαση, είναι συνυφασμένο με το «άνοιγμα της πόρτας» του ψυχιατρικού τμήματος και την κατάργηση των κατασταλτικών μέτρων (μηχανικές καθηλώσεις απομονώσεις κλπ). Ένα, δηλαδή, άνοιγμα πραγματικό, χωρίς να συνοδεύεται (και έτσι έμπρακτα να ακυρώνεται) από μηχανικές καθηλώσεις, όπως συχνά γίνεται, που απλώς θα μετέφεραν τον περιορισμό της κλειδωμένης πόρτας πάνω στο ίδιο το σώμα του ψυχικά πάσχοντος.

Είναι στη βάση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού και υπέρβασης του κυρίαρχου ψυχιατρικού θεσμού που η κίνηση «προς τα έξω» δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Η «ευθύνη της υπηρεσίας για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή» δεν είναι αυτή που συνδέεται με την λειτουργία της φύλαξης στο ψυχιατρείο, ούτε αυτή που υπονοείται στην κλασσική ιατρική δεοντολογία και εκφράζεται με «ιατρικο-νομικούς» όρους, όπως, πχ, ως προς τις συνέπειες της θεραπείας, ή της παράλειψής της κλπ.

Η έννοια της «ευθύνης» σημαίνει εδώ ανάληψη της υπευθυνότητας για την ψυχική υγεία ενός ορισμένου πληθυσμού, αυτής της καθορισμένης περιοχής. Αυτή η έννοια της ευθύνης συνεπάγεται ότι η υπηρεσία δεν μπορεί να περιορίζεται στο λεγόμενο «ειδικό/τεχνικό» πλαίσιο, στην παροχή, δηλαδή, κλινικών/διαγνωστικών πράξεων, συμβουλευτικής, φαρμακο/ψυχο/θεραπειών κλπ (που, ούτως ή άλλως, αποτελεί μια προφανώς αναγκαία παροχή), αλλά ότι πρέπει να διευρύνει το φάσμα των παρεμβάσεών της και να θεμελιώνεται σε μια ενεργητική στάση προαγωγής όλων των στιγμών και των εργαλείων για την ψυχική υγεία της περιοχής της.

Ο, τι γίνεται μέσα στην κοινότητα πρέπει να την αφορά – κι΄ αυτό όχι γιατί «ανάληψη ευθύνης» σημαίνει ότι η υπηρεσία αποχωρίζει το πρόβλημα από την κοινότητα, ότι το κάνει δικό της, δική της «υπόθεση», το εξειδικεύει και το ιατρικοποιεί (ψυχολογικοποιεί κλπ), αλλά, αντίθετα : ό,τι γίνεται μέσα στην κοινότητα την αφορά, γιατί αυτού του είδους η υπευθυνότητα προϋποθέτει την συμμετοχή της κοινότητας.

Ενώ η ευθύνη φυλακτικού τύπου αναφέρεται (έχει, δηλαδή, μια κίνηση) προς τα μέσα, προς τον ιδρυματικό εγκλεισμό των προβλημάτων που θέτει ο ψυχικά πάσχων, διυποκειμενικών και κοινωνικών, δηλαδή, των αντιφάσεων που διαπερνούν και εκφράζονται στην ψυχική του οδύνη, η κίνηση της ευθύνης για την ψυχική υγεία της δοσμένης περιοχής είναι προς τα έξω, προς την επαναφορά και τον εμπλουτισμό.

Κατά συνέπεια, η Τομεοποίηση δεν πρέπει να εννοηθεί και να υλοποιηθεί ως ένα είδος «διάχυσης» του (ειδικού, θεραπευτικού) ιδρύματος στην κοινότητα, με δηλωμένο στόχο (κυρίως ή και αποκλειστικό) την θεραπεία, αλλά αποτελεί μια υπόθεση, μια πρακτική, κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, με δυνατότητα χειραφέτησης, καθώς και αναγνώρισης της διαφορετικότητας και του δικαιώματός της να υπάρχει.

Το κύριο ζήτημα, επομένως, για μιαν ουσιαστική εφαρμογή της Τομεοποίησης θα ήταν, πρώτα απ΄ όλα, η δημιουργία των όρων για τον μετασχηματισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής κουλτούρας και των συνδεδεμένων με αυτήν πρακτικών,

Και, φυσικά, όχι, για μιαν ακόμη φορά, να αναχθεί η όποια εξαγγελία της σε μιαν
απλή καταγραφή των Τομέων επί χάρτου, αλλά άμεση, πρακτική εφαρμογή της, με έναρξη λειτουργίας όλων των υπηρεσιών στη βάση της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες ψυχικής υγείας όλου του φάσματος του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής.
Σ΄ αυτή τη βάση, θα μπορούσε να προχωρήσει άμεσα η εφαρμογή της, παίρνοντας ως αφετηρία για τον σχεδιασμό της, όπως είναι σήμερα η κατάσταση στο χώρο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία).

Για το λεκανοπέδιο, πχ, θα μπορούσε να μοιραστεί ο πληθυσμός του (ανά Δήμο ή ενότητες Δήμων) δια του αριθμού των μονάδων νοσηλείας (με το Αιγινήτειο να συμπεριλαμβάνεται με δυο κλινικές) - λαμβάνοντας υπόψη και κάποιες ιδιαίτερες ανάγκες ανά περιοχή. Οι κλινικές στο Δαφνί και στο Δρομοκαίτειο θα μπορούσαν, πριν καν συζητηθεί το όποιο θέμα μετακίνησής τους σε γενικό νοσοκομείο, ν΄ αρχίσουν να λειτουργούν τομεοποιημένα, παίρνοντας εισαγωγές από μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το ίδιο και κάθε μια από τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων. Θα μπορούσαν να τεθούν σε λειτουργία 2-3, επιπλέον, ψυχιατρικές κλινικές σε γενικά νοσοκομεία όπου υπάρχουν ψυχίατροι χωρίς να λειτουργεί κλινική, καθώς δεν έχει υπάρξει μέριμνα να βρεθούν χώροι, προσωπικό κλπ. Μ΄ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να υπάρξουν, σε πρώτη φάση, ΤΟΨΥ των 150.000 περίπου κατοίκων.

Φυσικά, ένας ΤΟΨΥ, προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι αποτελεσματικές και να μπορούν ν΄ ανταποκριθούν με ουσιαστικό τρόπο στα προτάγματα της κοινοτικής φροντίδας, δεν πρέπει, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία και τα επικρατούντα πρότυπα, να ξεπερνάει τους 100.000 κατοίκους. Αυτός ο στόχος (ΤΟΨΥ των 100.00) θα πρέπει να τεθεί από την πρώτη στιγμή και να προγραμματιστεί, προκειμένου να επιτευχθεί στο άμεσο προσεχές μέλλον και οι ΤΟΨΥ πάνω από 100.000 κατοίκους να αντιμετωπιστούν ως μια πραγματικά προσωρινή και μεταβατική κατάσταση.
Θα πρέπει, φυσικά, να ληφθούν υπόψιν και οι περιοχές που εξυπηρετούνται από Αθήνα και οι οποίες δεν έχουν καθόλου μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας. Οπου υπάρχουν ψυχιατρικές κλίνες, θα πρέπει ν΄ αξιοποιηθούν και ο πληθυσμός του νομού να κατευθύνεται σ΄ αυτές. Ενίοτε πρέπει, αν η μονάδα είναι "αδύναμη" (γιατροί, λοιπό προσωπικό) να ληφθεί πρόνοια να ενισχυθούν, διαφορετικά θα συνεχίσουν άσκοπα να υπολειτουργούν μεταφέροντας το βάρος στο κέντρο. Οπου δεν υπάρχουν, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεση η ίδρυση και λειτουργία τους.

Οπου υπάρχει Κινητή Μονάδα, να αναλαμβάνει δέσμευση, πολύ συγκεκριμένη [στενή και θεσμοθετημένη συνεργασία Θεραπευτικής Ομάδας (Θ.Ο.) της ψυχιατρικής κλινικής και της Θ.Ο. της Κινητής Μονάδας], για την μετανοσοκομειακή παρακολούθηση/ στήριξη.
Θα χρειαστεί, φυσικά, ένας άμεσος σχεδιασμός και εξασφάλιση πόρων για την δημιουργία ΚΨΥ ανά ΤΟΨΥ, διασυνδεδεμένου με τη μονάδα νοσηλείας και με όλο το δίκτυο των υπηρεσιών του τομέα προκειμένου να λειτουργήσει ως η βάση του συστήματος, ως ενός community based, αντί ως ενός hospital based συστήματος.

Είναι άκρως εσφαλμένη και καταστροφική αντίληψη που υποστηρίζει ότι το ΚΨΥ μπορεί να λειτουργεί και στιγματιστικά για τους ψυχικά πάσχοντες και ότι το ΠΕΔΥ μπορεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ν΄ αντικαταστήσει τα ΚΨΥ.
Αφήνοντας στην άκρη τον σκιώδη, έως και ανυπόστατο, χαρακτήρα του υπάρχοντος ΠΕΔΥ, ως ομοιώματος ενός συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο ρόλος και η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να πάει πέρα από το να αποτελεί, όπως σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, έναν ηθμό, ή πύλη εισόδου, προς το σύστημα της Ψυχικής Υγείας.

Αυτός ο ηθμός, ή, κατ΄ άλλους, «φίλτρο» (που κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αποτελεί υποκατάσταση του κοινοτικά βασισμένου συστήματος Ψυχικής Υγείας - όπως δείχνει το παράδειγμα της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών), απαιτεί να λειτουργήσει ένα πλήρες δίκτυο δημόσιων Κέντρων Υγείας (και γενικών γιατρών) που θα λειτουργούν σε τομεοποιημένη βάση, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την αναγκαία εποπτεία και συμβουλευτική.

Με την κατάσταση ως έχει, στην εναρκτήρια φάση μιας απόπειρας εφαρμογής της Τομεοποίησης, τα αιτήματα της κοινότητας που δεν χρειάζονται νοσηλεία (ή, 'όχι ακόμα' νοσηλεία), αυτά γενικώς που αντιμετωπίζονται σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (με δεδομένη την κατάσταση στην Ελλάδα της primary care) : όπου υπάρχει ΚΨΥ, θα πρέπει να πηγαίνουν σ΄ αυτό, και όπου δεν υπάρχει (ακόμα) ΚΨΥ θα πηγαίνουν στα εξωτερικά ιατρεία της ψυχιατρικής κλινικής (και στον ΕΟΠΥΥ, ΠΕΔΥ κλπ).
Πρέπει, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, να είναι σαφές ότι το ΚΨΥ δεν είναι μια μονάδα που λειτουργεί απλώς σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, αλλά, επίσης, σε δευτεροβάθμιο (προλαμβάνει νοσηλείες, με κατ΄ οίκον αντιμετώπιση υποτροπών, παρέμβαση στην κρίση κλπ και μπορεί να κάνει νοσηλείες στο χώρο του) και τριτοβάθμιο (ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και στήριξη στον τόπο κατοικίας). Είναι αυτό που του δίνει τον ριζικά εναλλακτικό χαρακτήρα του απέναντι στο υπάρχον ιδρυματικό σύστημα.

Είναι, επομένως, η ολοκληρωμένη (comprehensive) λειτουργία του ΚΨΥ (ως βασικού άξονα του δικτύου των υπηρεσιών), που συνιστά τον πυρήνα και την πεμπτουσία της μεταρρύθμισης και όχι η μεταφορά της κλινικής του ψυχιατρείου στο γενικό νοσοκομείο - αναγκαία μεν, αλλά, πάντως, όχι πρώτης προτεραιότητας όταν δεν έχουν γίνει όλα τα άλλα. Η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής στο γενικό νοσοκομείο είναι το επιστέγασμα του μετασχηματισμού και όχι η πρώτη του πράξη.
Αν, με δεδομένη την κατάσταση της Ψυχικής Υγείας που υπάρχει στην Ελλάδα (την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα, την έλλειψη ψυχιατρικών κλινών κλπ), προηγηθεί η τελική φάση (η μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία), όχι μόνο δεν θα έχει υπάρξει πραγματική μεταρρύθμιση του θεσμού, αλλά πλήθος ψυχικά πασχόντων θα έχουν χάσει οριστικά την όποια δυνατότητα και πιθανότητα εναλλακτικής, κοινοτικής στήριξης και φροντίδας, με πραγματική (και όχι κατ΄ όνομα) κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, μένοντας έρμαιοι και στο «δρόμο», θεραπευτικό ή και κυριολεκτικό.

Ενας πραγματικός μετασχηματισμός (Τομεοποίηση, ΚΨΥ κλπ) απαιτεί οικονομικούς πόρους για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού (πέρα από τη στήριξη των θεραπευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων κοκ). Όχι μόνο για την αποτελεσματική λειτουργία των αναγκαίων κοινοτικών υπηρεσιών (για την πλήρη ανάπτυξη των οποίων το υπάρχον προσωπικό ουδόλως επαρκεί), αλλά και για την ίδια την καθημερινή λειτουργία, στο «εδώ και τώρα», όλων των ψυχιατρικών μονάδων. Για την αντιμετώπιση του αργού, καθημερινού, βασανιστικού τους θανάτου.
Αλλωστε, και η ίδια η Τομεοποίηση (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις ανάγκες των ΚΨΥ) απαιτεί την καθημερινή εφημερία της κάθε ψυχιατρικής κλινικής. Ποια κλινική έχει το αναγκαίο ιατρικό προσωπικό για να το κάνει; Καμιά. Η Τομεοποίηση μπορεί να γίνει εδώ και τώρα, υπό την προϋπόθεση να μη σχεδιαστεί ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων λειτουργών (όπως, επίσης, και των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών), αλλά, ταυτόχρονα, προκειμένου να λειτουργήσει, προϋποθέτει τον αναγκαίο αριθμό προσλήψεων προσωπικού, πρωτίστως ιατρικού και νοσηλευτικού.

Εννοείται ότι θα πρέπει να απαγορευτεί η νοσηλεία ασθενών εκ Πελοποννήσου και Αιτωλοακαρνανίας σε μονάδες της Αθήνας. Αυτό μάλιστα είναι το μόνο που μπορεί ν΄ αρχίσει αμέσως, από σήμερα κιόλας, χωρίς να περιμένει κανείς την, όσο σύντομη κι΄ αν είναι, εφαρμογή της Τομεοποίησης.
Στο ξεκίνημα της εφαρμογής της Τομεοποίησης, ΚΨΥ θα έχουν μόνο οι ΤΟΨΥ στους οποίους υπάρχουν ΚΨΥ- αλλά με υποχρεωτική διασύνδεση, ώστε να δίνουν και το "καλό παράδειγμα" για το μέλλον, όταν υπάρξουν και άλλα ΚΨΥ. Εννοείται ότι πρέπει άμεσα να ξεκινήσει η διαδικασία για την ίδρυση ΚΨΥ στους ΤΟΨΥ που δεν έχουν και, ταυτόχρονα, τόσο τα υπό ίδρυση, όσο και τα υπάρχοντα ΚΨΥ να είναι επαρκώς στελεχωμένα (πολλά από τα υπάρχοντα είναι υπό κατάρρευση) ώστε να μπορούν να στηρίζουν τους ψυχικά πάσχοντες στον τόπο κατοικίας.
Θα χρειαστεί σίγουρα ένα σημαντικό χρονικό διάσημα για την εξοικείωση των υπηρεσιών και των θεραπευτικών ομάδων με τον νέο τρόπο λειτουργίας.

Θα υπάρξει αναγκαστικά ένα μεταβατικό στάδιο για κάποια περιστατικά, που είχαν συνηθίσει να παρακολουθούνται από ένα γιατρό ή μια Θ.Ο., που τώρα, όμως, δέχεται μόνο ασθενείς συγκεκριμένου ΤΟΨΥ (ενώ αυτά διαμένουν σε περιοχή άλλου ΤΟΨΥ), ώστε να "περάσουν" στην Θ.Ο. του ΤΟΨΥ όπου βρίσκεται η κατοικία τους.
Ως προς τις υπάρχουσες στεγαστικές δομές του Δημοσίου, που είχαν γίνει στο παρελθόν διάσπαρτα (όπου έβρισκαν κτίριο και όχι βάσει σχεδίου) θα προκύψει το πρόβλημα, στο βαθμό που πρέπει να λειτουργούν και αυτές διασυνδεδεμένα με την μονάδα νοσηλείας και το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ότι θα βρίσκονται, ενίοτε, στην γεωγραφική περιοχή διαφορετικού ΤΟΨΥ από αυτόν στον οποίο βρίσκεται η μονάδα που τις ίδρυσε και τις λειτουργεί μέχρι σήμερα. Δεν πρέπει επ΄ ουδενί να υπάρξουν γραφειοκρατικές αποφάσεις αποκοπής των δομών αυτών από την συνολική Θ.Ο. που τις λειτουργούσε μέχρι τώρα.

Οσο για τις στεγαστικές δομές των ΜΚΟ, αυτές μπορούν και πρέπει να ενταχθούν στους ΤΟΨΥ της περιοχής στην οποία βρίσκονται (στην προοπτική, φυσικά, της ανάληψής τους από το Δημόσιο), σε άμεση και συγκεκριμένη διασύνδεση με το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ή, όπου δεν υπάρχει ΚΨΥ, με την ψυχιατρική κλινική του γενικού νοσοκομείου. Το ίδιο ισχύει και για τα Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ, τα οποία πρέπει και αυτά να τεθούν υπό την ευθύνη των ΚΨΥ του ΤΟΨΥ στον οποίο ευρίσκονται και, σε όσους ΤΟΨΥ δεν υπάρχουν ακόμα ΚΨΥ, υπό την αιγίδα της θεραπευτικής ομάδας της ψυχιατρικής κλινικής του γενικού νοσοκομείου. Το Κέντρο Ημέρας είναι μέρος των λειτουργιών ενός ΚΨΥ και επομένως, δεν μπορεί, κατ΄ ουδένα τρόπο, να υποκαθιστά, εντός ενός ΤΟΨΥ την ανάγκη ύπαρξης ΚΨΥ.

Η έμφαση στα ανωτέρω είναι στα σχετικά με την Τομεοποίηση στο λεκανοπέδιο. Προφανώς, αυτά ισχύουν και για όλες τις άλλες περιοχές.
Τελευταίο σημείο, το εξής: είναι σκόπιμο και άκρως πιο λειτουργικό, οι Τομεακές Επιτροπές ν΄ αποτελούνται από εκπροσώπους των ίδιων των μονάδων που έχουν αναλάβει την κάλυψη των αναγκών της περιοχής και να υπάρχει σ΄ αυτές ικανή εκπροσώπηση των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών.
Προφανώς, θα πρέπει να υπάρχουν κατευθυντήριοι άξονες "από τα πάνω" βάσει μιας εθνικής πολιτικής επί του θέματος, πώς θα πρέπει να διασυνδέονται οι μονάδες κλπ.

25/4/2016
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Στα χρόνια της κατάθλιψης

από enetpress

Από το 2010 και μετά, τα χρόνια της κρίσης παρατηρούμε μεγάλη αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης και έντονου άγχους στον πληθυσμό. Αυτό σχετίζεται με οικονομικές δυσκολίες, με δάνεια που αδυνατούν να πληρώσουν και με την εργασιακή ανασφάλεια.

Αυτό επεσήμανε μεταξύ άλλων ο πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (ΕΨΕ) Δημήτρης Πλουμπίδης στο περιθώριο του 24ου πανελλήνιου συνεδρίου της ΕΨΕ που πραγματοποιήθηκε στην Αλεξανδρούπολη.

Λόγω της οικονομικής κρίσης, οι άνθρωποι είναι λιγότερο σε θέση να πληρώσουν ιδιωτικές υπηρεσίες (ψυχιάτρους, ψυχολόγους) με αποτέλεσμα την τεράστια αύξηση του αριθμού των αιτημάτων στις υποστελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες υγείας, κυρίως για θέματα κατάθλιψης και άγχους. «Αυτό που είπαμε όλοι στο συνέδριο είναι ότι γενικά οι ιατρικές υπηρεσίες στην Ελλάδα, όχι μόνο η ψυχιατρική, είναι γηράσκουσες κι αν δεν έρθουν καινούργιοι άνθρωποι σε 4-5 χρόνια θα είναι τεράστια τα προβλήματα» επισημαίνει ο κ. Πλουμπίδης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Για την κατάθλιψη λέει ότι είναι μια πάθηση που εμφανίζεται κυρίως στις μέσες ηλικίες «γιατί έχουνε τα περισσότερα βάρη της ζωής», διευκρινίζοντας ότι για την αντιμετώπισή της δεν αρκούν μόνο τα φάρμακα. «Είναι και η στήριξη που θα πάρει ο ασθενής από το γιατρό και επίσης το κατά πόσο μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς τον πιέζει. Όσα μας πιέζουν δεν μπορούμε εύκολα να τα βάλουμε στην άκρη. Είναι κατάσταση γενικά που αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε, είναι βελτιώσιμη. Αν σε μια καινούργια δυσκολία θα επανεμφανιστούν τα συμπτώματα δεν μπορεί να το πει κανείς εξ αρχής».

Συνεχίζοντας την περιγραφή της πιο διαδεδομένης ψυχικής πάθησης στην εποχή μας, ο κ. Πλουμπίδης εξηγεί πως υπάρχει μία κληρονομικότητα που μπορεί να μας κάνει περισσότερο ευάλωτους, αλλά επίσης έχει σημασία το πόσο δύσκολες καταστάσεις θα αντιμετωπίσουμε και στα παιδικά χρόνια και αργότερα. «Το πώς βοηθιέται δηλαδή ο ασθενής να διαχειριστεί καλύτερα τις δικές του δυνάμεις και τις σχέσεις του με τους γύρω γύρω, κι αυτό μπορεί να είναι αιτία κατάθλιψης και δυσκολιών».
Χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία τους έφηβους «γιατί εκεί είναι δουλειά πρόληψης σε μεγάλο βαθμό. Εκεί προσπαθούμε κάποιες επαναστάσεις και κάποιες δύσκολες συμπεριφορές να μη φτάσουν σε νόσο» και δύσκολη ηλικία την τρίτη γιατί εκεί δίπλα στην ψυχική νόσο υπάρχουν κι ένα σωρό σωματικά και είναι σύνθετη η απαιτούμενη φροντίδα. Τονίζει πως ο ασθενής με ελαφρά ψυχολογικά προβλήματα χρειάζεται στήριξη και όχι απομόνωση και παραδέχεται πως αποτελεί σοκ και στίγμα για μια οικογένεια μια ψυχιατρική διάγνωση. «Εξαρτάται όμως και με ποιες συνθήκες θα δεχθούμε τον ασθενή και την οικογένεια».

Όσον αφορά τις αυτοκτονίες, έχουν αυξηθεί κατά 30%, από το 2011. «Είναι πανελλήνιο εύρημα η αύξηση των αυτοκτονιών. Ευτυχώς δεν έχει ανέβει πάρα πολύ. Ήμασταν και εξακολουθούμε να είμαστε στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρώπης, με τεράστια διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών αυτοχείρων (περίπου 7 άνδρες και μία γυναίκα ανά 100.000). Εκεί που είναι σαφέστατη η αύξηση είναι στις μέσες ηλικίες, άνδρες και γυναίκες, δηλαδή αυτοί που θίχτηκαν περισσότερο από την οικονομική κρίση, βρέθηκαν ακάλυπτοι από δάνεια, να χρωστάνε κ.λπ.».

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ασκήσεις αντοχής το φάρμακο για την κατάθλιψη



απο sdna

Ασκήσεις αντοχής το φάρμακο για την κατάθλιψη
Πρόσφατες επιστημονικές μελέτες έδειξαν ότι η άσκηση και γενικά η φυσική δραστηριότητα μπορούν να βελτιώσουν τη διάθεση και να μειώσουν τα επίπεδα κατάθλιψης.

Ο ερευνητής στη ΣΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ανδρέας Φλουρής εξηγεί τι εννοούμε όταν λέμε φυσική δραστηριότητα. Λέγοντας φυσική δραστηριότητα, τονίζει, μιλώντας στο ΑΠΕ, εννοούμε τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, μία εργασία που απαιτεί έντονη σωματική δραστηριότητα (π.χ. αγροτική), το βάδισμα, κτλ:

«Αυξάνοντας, λοιπόν, τη φυσική μας δραστηριότητα π.χ. χρησιμοποιώντας ποδήλατο για να πάμε στη δουλειά ή χρησιμοποιώντας τις σκάλες αντί για το ασανσέρ μπορούμε να επηρεάσουμε θετικά τα επίπεδα κατάθλιψης. Αυτό οφείλεται στο ότι, όταν κάνουμε άσκηση, παράγονται στον εγκέφαλό μας ορμόνες, οι οποίες αλλάζουν την διάθεσή μας και γενικά μειώνουν το αίσθημα του πόνου και προκαλούν ευφορία. Η κυριότερη από αυτές τις ορμόνες είναι η β-ενδορφίνη, η οποία μπορεί να μειώσει την κατάθλιψη.

Άνθρωποι που έχουν αυξημένα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας εμφανίζουν λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης από ανθρώπους που δεν είναι δραστήριοι, και αυτό ισχύει για όλες τις ηλικίες. Κάποιοι ερευνητές, μάλιστα, έχουν χρησιμοποιήσει την άσκηση ως μέσο θεραπείας σε ανθρώπους με βαριά κατάθλιψη και έχουν βρει ότι η άσκηση μειώνει τα συμπτώματά τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι η άσκηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την θεραπεία της κατάθλιψης».

Ο τύπος άσκησης, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της κατάθλιψης, είναι κυρίως η άσκηση αντοχής (μεγάλης διάρκειας και χαμηλής έντασης) όπως το βάδισμα, το χαλαρό τρέξιμο, το ποδήλατο, το κολύμπι κτλ. Επίσης η άσκηση με βάρη μπορεί να επιφέρει θετικά αποτελέσματα, αλλά και ο συνδυασμός άσκησης αντοχής και άσκησης με βάρη έχει θετικά αποτελέσματα. Οποιαδήποτε κι αν είναι η μορφή της άσκησης θα πρέπει να επαναλαμβάνεται 3-5 φορές την εβδομάδα, λένε οι ειδικοί, προκειμένου να έχει θετικά αποτελέσματα.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Οι ζωντανές συναυλίες είναι "υγεία"

από enetpress

Νέα βρετανική επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι ζωντανές συναυλίες είναι καταλυτικές όσον αφορά την καταπολέμηση του στρες και ως εκ τούτου επιβάλλεται η παρακολούθηση τους. Έτσι ο ανθρώπινος οργανισμός έρχεται σε μια ευεξία σιγά - σιγά μέσω της μουσικής.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Ντέιζι Φάνκορτ του Centre for Performance Science του Imperial College του Λονδίνου και του Βασιλικού Κολλεγίου Μουσικής της Βρετανίας, οι οποίοι έκαναν την σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα δημόσιας υγείας "Public Health", μελέτησαν 117 εθελοντές που παρακολούθησαν δύο συναυλίες κλασικής μουσικής.

Οι συμμετέχοντες έδωσαν δείγματα σάλιου λίγο πριν τις συναυλίες και ξανά μετά από μία ώρα, στην διάρκεια του διαλείμματος. Διαπιστώθηκε ότι μια ώρα συναυλίας ήταν αρκετή για να μειώσει αισθητά τα επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης στον οργανισμό των ανθρώπων, καθώς και της κορτιζόνης.

"Είναι η πρώτη φορά που υπάρχουν στοιχεία ότι η παρακολούθηση μιας πολιτιστικής εκδήλωσης μπορεί να έχει άμεσα τέτοια επίπτωση στην ενδοκρινική δραστηριότητα" τόνισε η Φάνκορτ.

Η κορτιζόλη παράγεται στο σώμα λόγω είτε σωματικού, είτε ψυχολογικού στρες. Σε μικρές ποσότητες έχει θετική επίδραση π.χ. αυξάνει την εγρήγορση και την ευεξία, αλλά όταν η αύξησή της είναι χρόνια, επιβαρύνει την υγεία καρδιοπάθειες, διαβήτης, υπέρταση.

Οι προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η ακρόαση μουσικής μπορεί να μειώσει την ορμόνη του στρες, κάτι που ήδη αξιοποιείται σε χώρους όπως τα νοσοκομεία. Ακόμα το τραγούδι και η συμμετοχή σε χορωδία έχουν εξίσου θετική επίδραση.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι άνθρωποι στις συναυλίες ανταποκρίνονται θετικά στην μουσική και ηρεμούν άσχετα με την ηλικία τους, το μουσικό αυτί τους ή το πόσο εξοικειωμένοι είναι με το συγκεκριμένο είδος μουσικής που ακούν.

Η νέα αυτή μελέτη εστιάσθηκε στις συναυλίες κλασικής μουσικής κυρίως, η οποία από την φύση της είναι ήρεμη, και το πείραμα πρέπει να επαναληφθεί με συναυλίες άλλου είδους μουσικής, καθώς επίσης και με άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις πέρα από τις μουσικές.